Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Μάρτιος, 2020

Γενέθλια

Ήπιαμε λοιπόν όλο μας το κρασί, το τελευταίο της κάβας μας! Φάγαμε και όλο μας το φαγητό και το ψυγείο έμεινε ορφανό! Φάγαμε και μία πάστα, γιορτάζοντας όλα μας τα χρόνια! Σβήσαμε στο τέλος όλα τα κεριά του σπιτιού και ευωδίασε άρωμα φωτιάς και ζεστασιάς και παγωνιάς μαζί, από το ολάνοιχτο παράθυρο! Φυσούσε από νωρίς αγέρας τρυφερός, μπουσουλούσε πάνω στα λουσμένα μακριά μαλλιά μας! Φωνές, φόβοι, αγωνίες, μουσικές, ποιήματα αγκομαχούσαν στο σιωπηλό δωμάτιο μας! Αγκομαχούσαν ακόμη και οι καπνοί μαζί με το άρωμα των σβηστών κεριών μας! Τέλος ύστερα από όλα αυτά, και άλλα τόσα, μια καληνύχτα στα παιδιά αυτά, παρέα με ένα άγγιγμα του Μορφέα στην καρδιά! 2 Ιουνίου 2006

Ένας άντρας πίσω!

Ένας άντρας πίσω μου, στέκεται στην μέση του δρόμου, είναι ο τελευταίος της γενιάς του! Κατοικεί σε μία μικρή πόλη, στο κέντρο της πλατείας, στο μικρό κόκκινο, ξύλινο παγκάκι! Μιλάει. . . Μιλάει με τα πουλιά, τους σκύλους, τα δέντρα, τα μάρμαρα και τα αγάλματα! Πίνει. . . Πίνει όλα τα αλκοολούχα ποτά, μπύρες, κρασιά, τσιγάρα! Και ζει με όλα αυτά. Μα τώρα και ύστερα από όλα αυτά, μπορεί να έχει πεθάνει! Ένας άντρας πίσω μου, έχασε τη ζωή του, τους ανθρώπους του, τα ποτά του, τα πουλιά του! Ένας άντρας πίσω, τώρα είναι νεκρός, αλλά ελεύθερος να σκέφτεται! 17 Μαΐου 2006

Μία σκέψη υστερίας

Στους άθλιους ήρωες της λογικής, αφιερώνω το λιγότερο όλου του κόσμου! Πίνω στην υγεία των τρελών, των παράφορων φτωχών ποιητών! Αντί να τρέχω στα δρομάκια της νευρικής κολασμένης υστερίας, προτιμώ να ξεχυθώ, να γείρω την προθανάτια σάρκα μου, πλάι σε μια κάβα με κρασί! Τα ποντίκια να βγάλουν φτερά και να γίνουν χελιδόνια. Το νερό να γίνει στάχτη και να χωθεί στην τρύπια τσέπη του παλτού μου. Οι πότες ας γίνουν ιππότες της ποίησης και των τρελών! Να πιούμε! Μέχρι να φύγουν όλοι οι μασκοφόροι άγγελοι της κολάσεως! Χάροντα στείλε μόνο μεθυσμένους βαρκάρηδες, να μας πάρουν μακριά στο νησί της ελπίδας μας! 21 Φεβρουαρίου 2006

Τοπία φρίκης

Στην πλατεία κρεμασμένα δυο κεφάλια, παγωμένα τα κορμιά. Στα χέρια δυο βιβλία, ένα ποτήρι και μέσα η καρδιά τους! Άγνωστα μέρη και νεκρά. Εικόνες φρίκης μες το χιόνι. Δυο φίλοι ήταν χθες, δυο άγγελοι απόψε! Ποιος ξέρει αύριο τι θα' ναι! Σύννεφα, γλάροι ή σκουλήκια μες στη γη! Τα βλέμματα των περαστικών, οργισμένα ρίχνουν φλόγες στα κορμιά. Δυο φίλοι αδίκως! Λυτρωμένοι! Δυο ποιητές της σιωπής, δυο μεθυσμένοι, με μια κούπα στα χέρια και την καρδιά τους μέσα! 9 Φεβρουαρίου 2006

Στα όνειρα της φοβερής μου ανίας

Στα όνειρα της φοβερής μου ανίας, κάτω απ' τα σκεπάσματα της απέραντης και τρομερής μοναξιάς, στους τοίχους της παραδομένης μου ψυχής, στο σπίτι της χαμένης μου ζωής, κατοικούν χιλιάδες μυστικά, μυριάδες λόγια, βασανισμένα όντα, που γρυλίζουν, αγωνιούν, κραυγάζουν! Σ' αγαπώ! Σ' αγαπώ! . . . περιμένοντας την εκμηδένιση τους από το αλλόκοτο τέρας της ρεμούλας, της αλητείας, της χολέρας, των ατελείωτων δειλών, των παλιάτσων, των μανιακών, που κατεργάζονται τα χιλιογδαρμένα εντόσθιά μας! 29 Απριλίου 2005

Ιστορίες μικρές

Σου είχα χαρίσει μία βίβλο μ' όλες τις ευχές, τα μυστικά, τα θαύματα, κι όταν ερχόμουν δίπλα στο προσκέφαλο σου την έβλεπα να κάνει κύκλο μέσα σε όνειρα και κλάματα! Μια νύχτα έσκισες τη σελίδα εκείνη την ερυθροβαμμένη και σου 'πα κοίταξε η πύλη είναι ανοιχτή, σε περιμένει. Τα λόγια μου κραυγές σε άθλιο πλήθος, θυμίζουν ιστορίες μικρές, γελοίος μύθος! Σου 'χα πετάξει ένα αστέρι απ' του ουρανού τις χαραμάδες κι όταν ερχόσουν το έβλεπες κι έδιωχνες όλες τις φοβερές ζοχάδες. κι εγώ που έμοιαζα παιδί που ψάχνει τους μπαμπάδες, αναπολώ πόσο μακρυά είναι αυτές οι τρομερές σου χάρες! Μία νύχτα έσκυψες επάνω στο φεγγάρι το πικροφιλιμένο και χάραξες τη λέξη που δεν θέλω να ακούσω. Τα λόγια που 'χα διαλέξει να σου πω θυμίζουν λέξεις μεθυσμένου σε αέναο χορό! 3 Ιουνίου 2005

Ματωμένη

Αποφάσισα σήμερα να βγω μερικά βήματα παραέξω από το κλουβί μου. Βλέπω πολύ κόσμο, ζητωκραυγές, φωνές, ξυλοδαρμούς, ακολασίες, καπνούς, ναρκωτικά, αλκοόλ, σχιζοφρενείς δολοφόνους, νεκρούς εραστές να γαμιούνται με αρσενικά πουστράκια, νεκρόφιλους νταβατζήδες με ανοργασμικές πόρνες. Περπατάω μερικά βήματα ακόμα να φτάσω μέχρι τη γωνία του δρόμου, αλλά είναι γκρεμός. Κάτω εκατομμύρια ζώα ξεβρασμένα απ’ τη θάλασσα, μάλλον τα πέταξε ο γερόλυκος Νώε γιατί σιχαινόταν τις κλανιές τους! Αδικία! Στρίβω στο στενάκι να ξεράσω, μα πέφτω πάνω σε ένα ζητιάνο ξεδοντιάρη σιχαμερό, αλλά με μια λάμψη στα μάτια του. Την λάμψη μιας άλλης αστραπής, όχι αυτής που σκοτώνει τα παιδιά, μα αυτής που σκίζει τον ουρανό στα δύο για να βγει το φως. Σοφία είναι! Δεν μιλάει όμως, του έχουν γαζώσει το στόμα με κλωστές! Ούτε όμως μπορεί να περπατήσει του έχουν δέσει τα πόδια πάνω σε ένα πλακάκι - ή μάλλον να κοιτάξω καλύτερα - τα έχουν τσιμεντάρει, όπως έχουν τσιμεντάρει και όλα τα παιδικά όνειρα που κάναμε μικρο...

Άτιτλο

Σκέψου πως η καρδιά μου είναι ο ήλιος. Ανατέλλει όταν με κοιτάς, Λάμπει όταν μου μιλάς Και δύει όταν με ξεχνάς... Κοίτα έξω... Ο ήλιος έδυσε... 30 Αυγούστου 2003

Πεπρωμένο

Όταν το χιόνι σκεπάσει τα βλέμματα των περαστικών, και τα γλυκά όνειρα τρυπώσουν κάτω από το σεντόνι σου, όταν τα αστέρια πετάξουν στον ουρανό και το στρογγυλό πρόσωπο του φεγγαριού ανέβει στα σύννεφα, τότε θα ανοίξει διάπλατα η μικρή τρύπα της καρδιάς σου, για να χωρέσει ένα τόσο δα σπινθήρισμα της ματιάς μου. Τότε θα ανοίξει το παραθυρόφυλλο της κάμαρας σου, για να ακουστεί ένα σιγανό ψιθύρισμα της φωνής μου. Θα είναι η ώρα που θα έχω αγγίξει το πεπρωμένο σου! Θα έχεις γίνει η ιερή μούσα μου! Θα είμαστε το άπειρο μέσα στη μικρή φαντασία του μυαλού μας. 14 Αυγούστου 2003