Κοίτα πίσω από τις γρίλιες, της καλαμωτής στο μπαλκόνι. Κοίτα οι αχτίδες του Ήλιου , φωτίζουν το υποσυνείδητο μου. Και φορώ τα δακτυλίδια μου, και γίνομαι ένα με τη φύση που με οδηγεί στην αυτοκάθαρση. Κοίτα πως φυσούν οι άνεμοι, απ' το παράθυρο στο σαλόνι. Κοίτα οι σκιές στη σοφίτα, αγγίζουν το άχαρο μαλλί μου. Και φορώ το καβουράκι μου, και γίνομαι ένα με τη φύση που με οδηγεί στην αυτοκάθαρση. Βυθίζομαι στο ηλιοβασίλεμα αγκαλιά με ένα κορίτσι, κι αναπολώ το κολύμπι της ακρίδας στο νερό. Βυθίζομαι σαν μπαλόνι στον σακάτη ουρανό που όλο λέει να κλάψει και όλο δεν το κάνει. Λικνίζομαι σαν τις σιωπές της ρούμπα, κι αναστενάζω με φιγούρες του ρολ. Ανασαίνω ελεύθερα μέσα από γρίλιες ελαίων, και λαξεύω ανάσες από του πυροβάτη το μακρυκανο τσιμπούκι. Αναβάτης της μέλισσας το πρωινό, κωπηλάτης της φάλαινας στο μεσημεριανό, οδηγός σημαιοφόρος πειρατών στο απογευματινό και θερινός λόρδος των αστεριών το δειλινό. Ένιωσα το τσίμπημα της μέλισ...